
Υπήρξε όμορφη, χαρισματική, μορφωμένη και ασυμβίβαστη. Κι όμως, το τέλος της ζωής της δεν είχε ούτε φώτα ούτε χειροκροτήματα. Η Νίκη Τριανταφυλλίδη ήταν από εκείνες τις γυναίκες που δεν χώρεσαν ποτέ στο «καλούπι» της εποχής τους και γι’ αυτό πλήρωσαν βαρύ τίμημα.
Γεννημένη στην Αθήνα το 1942, με ποντιακές ρίζες και καλλιτεχνικό DNA, ήταν κόρη του συνθέτη Νίκου Τριανταφυλλίδη. Από νωρίς έδειξε πως η τέχνη δεν θα ήταν απλώς επάγγελμα, αλλά στάση ζωής. Σπούδασε υποκριτική στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη σχολή του Πέλου Κατσέλη, ξεχωρίζοντας αμέσως για την εξωτική ομορφιά, τη βαθιά φωνή και την έντονη σκηνική της παρουσία.
Μια καριέρα με ποιότητα, όχι εκπτώσεις
View this post on Instagram
Τη δεκαετία του ’60, η Νίκη Τριανταφυλλίδη αναδείχθηκε σε μια από τις πιο ελπιδοφόρες ηθοποιούς της γενιάς της. Έλαμψε στο θέατρο και στον κινηματογράφο, με συμμετοχές σε σημαντικά έργα όπως «Ο Ουρανός» του Τάκη Κανελλόπουλου, «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», «Λεωφορείο ο Πόθος», αλλά και στις ταινίες «Ο Τάφος των Εραστών» και «Αστραπόγιαννος».
Όμως η ίδια δεν μάσησε ποτέ τα λόγια της. Σε συνέντευξή της στο περιοδικό Ρομάντζο το 1969, είχε πει λόγια που σήμερα μοιάζουν σχεδόν προφητικά:
«Οι κωμωδίες που παίζονται στον κινηματογράφο είναι πολύ χαμηλού επιπέδου. Βέβαια και ένα μέρος του κοινού είναι ακαλλιέργητο και αποστολή μας είναι να το καλλιεργήσουμε. Η καλύτερη ταινία που έχω γυρίσει μέχρι τώρα είναι Ο τάφος των εραστών και η χειρότερη μια ταινία που έκανα την τυφλή.[…] Δεν προσαρμόζομαι εύκολα γιατί δεν κάνω συμβιβασμούς στη ζωή μου. Και επειδή τη ζωή μας την διαμορφώνουμε συνήθως οι ίδιοι, είμαι αρνητική σε κάθε συμβιβασμό». Σε μια εποχή όπου οι «εύκολες» κωμωδίες κυριαρχούσαν και οι γυναίκες καλούνταν να κάνουν εκπτώσεις για να επιβιώσουν επαγγελματικά, εκείνη αρνήθηκε.
View this post on Instagram
Ο παραγκωνισμός και το προσωπικό στοίχημα
Η στάση της αυτή είχε κόστος. Οι ρόλοι άρχισαν να λιγοστεύουν, η τηλεόραση δεν της άνοιξε ποτέ πραγματικά την πόρτα και οι ευκαιρίες περιορίστηκαν. Το 1992, πήρε μια γενναία αλλά ριψοκίνδυνη απόφαση: ίδρυσε το Θέατρο Νίκη Τριανταφυλλίδη στην πλατεία Βάθης. Ήταν το προσωπικό της όραμα, ένα θέατρο ποιότητας, μακριά από εμπορικούς συμβιβασμούς.
Παρά τις υποσχέσεις στήριξης, το εγχείρημα δεν άντεξε. Τα οικονομικά βάρη, η έλλειψη κρατικής ενίσχυσης και η γενικότερη αδιαφορία του χώρου την λύγισαν. Η επαγγελματική απογοήτευση άρχισε να γίνεται και προσωπικός Γολγοθάς.
Η υγεία, η σιωπή και το τέλος
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η υγεία της επιδεινώθηκε σοβαρά. Το 1997, σε μια συγκλονιστική συνέντευξη Τύπου, δήλωσε ότι ίσως να ήταν η τελευταία φορά που έβγαινε στη σκηνή. Παρ’ όλα αυτά, δεν απαρνήθηκε ποτέ την τέχνη της.
Η Νίκη Τριανταφυλλίδη έφυγε από τη ζωή το 2013, σχεδόν ξεχασμένη και πάμφτωχη. Όχι γιατί δεν άξιζε περισσότερα, αλλά γιατί αρνήθηκε να πληρώσει το τίμημα που απαιτούσε η «επιτυχία» εκείνης της εποχής.
Η ιστορία της δεν είναι απλώς μια ακόμη θλιβερή βιογραφία. Είναι υπενθύμιση ότι η ακεραιότητα, ειδικά στον χώρο της τέχνης, συχνά κοστίζει. Η Νίκη Τριανταφυλλίδη δεν υπήρξε ποτέ «βολική». Υπήρξε όμως αληθινή.



