
Μελέτη του Πανεπιστημίου του Τορόντο διάρκειας 12 εβδομάδων δείχνει ότι η καθημερινή κατανάλωση πλήρων γαλακτοκομικών δεν επιβαρύνει το βάρος, τη χοληστερόλη ή την ινσουλινοαντίσταση, ανατρέποντας παλιές αντιλήψεις για τα λιπαρά.
Για χρόνια, τα γαλακτοκομικά με πλήρη λιπαρά βρίσκονταν συχνά στη «μαύρη λίστα» όσων προσπαθούν να ελέγξουν το βάρος τους ή να προστατεύσουν την καρδιά τους. Μια νέα μελέτη, ωστόσο, έρχεται να αμφισβητήσει αυτή την αντίληψη, υποδεικνύοντας ότι τα πλήρη γαλακτοκομικά – όταν καταναλώνονται με μέτρο – μπορεί να είναι εξίσου υγιεινή επιλογή με τις εκδοχές χαμηλών λιπαρών.
Η μελέτη, διάρκειας 12 εβδομάδων, που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο, διαπίστωσε ότι ενήλικες οι οποίοι κατανάλωναν καθημερινά τρεις μερίδες πλήρων γαλακτοκομικών δεν παρουσίασαν σημαντικές αυξήσεις στο σωματικό βάρος, στο σωματικό λίπος, στη χοληστερόλη ή στην αντίσταση στην ινσουλίνη.
Βελτίωση στην αρτηριακή πίεση
Μάλιστα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι κατανάλωναν περισσότερα γαλακτοκομικά παρουσίασαν βελτίωση στην αρτηριακή πίεση, ενώ παράλληλα αύξησαν την πρόσληψη ασβεστίου, πρωτεΐνης και βιταμίνης D.
Μιλώντας στο Medical News Today, ειδικοί επισημαίνουν ότι η αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα γαλακτοκομικά χαμηλών λιπαρών είναι αυτομάτως πιο υγιεινά αρχίζει πλέον να θεωρείται ξεπερασμένη.
Η ποιότητα του λίπους μετράει περισσότερο
Όπως εξηγούν οι ειδικοί, τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι πολύ μεγαλύτερη σημασία από τη συνολική ποσότητα λίπους έχει το είδος του λίπους που καταναλώνουμε. Τα υγιεινά λιπαρά μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση των λιπιδίων του αίματος, στη μείωση της φλεγμονής και στη σταθεροποίηση της όρεξης.
Αντί λοιπόν οι άνθρωποι να επικεντρώνονται υπερβολικά στην αποφυγή του λίπους, οι ειδικοί σημειώνουν ότι θα ήταν προτιμότερο να ενημερώνονται περισσότερο σχετικά με το ποια θρεπτικά συστατικά είναι πραγματικά ωφέλιμα και ποια επιβαρυντικά για τον οργανισμό τους.
Τα στοιχεία της έρευνας
Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά 74 ενήλικες που ήταν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, οι οποίοι χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες με διαφορετική πρόσληψη γαλακτοκομικών.
Τα αποτελέσματα δεν έδειξαν σημαντικές διαφορές ως προς την αύξηση του σωματικού βάρους, τη σύσταση του σώματος ή τα επίπεδα χοληστερόλης ανάμεσα στα άτομα που ακολουθούσαν διατροφή χαμηλή σε γαλακτοκομικά και σε εκείνα που κατανάλωναν τρεις μερίδες γαλακτοκομικών καθημερινά.
Πόσα λιπαρά χρειάζεται ο οργανισμός
Διαιτολόγοι με ειδίκευση στην προληπτική καρδιολογία, μιλώντας στο Medical News Today, υπογράμμισαν ότι οι συστάσεις σχετικά με την ημερήσια πρόσληψη λιπαρών κυμαίνονται περίπου στο 20% έως 35% των συνολικών ημερήσιων θερμίδων.
Όσον αφορά τα κορεσμένα λιπαρά, τα όρια εξαρτώνται και από τον καρδιαγγειακό κίνδυνο κάθε ατόμου. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, θα πρέπει να αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 10% των συνολικών ημερήσιων θερμίδων, οπότε αναμφίβολα χρειάζεται μέτρο.
Διαφορετική επίδραση από τα λιπαρά του κρέατος
Τα στοιχεία της νέας έρευνας έρχονται να προστεθούν σε παλαιότερες μελέτες, που έδειχναν πως τα λιπαρά από τα γαλακτοκομικά φαίνεται να έχουν τελείως διαφορετική επίδραση από τα κορεσμένα λιπαρά από το κρέας.
Μελέτη με 3.000 συμμετέχοντες διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που περιλάμβαναν λιπαρά από γαλακτοκομικά στη διατροφή τους αντιμετώπιζαν μικρότερο κίνδυνο διαβήτη. Άλλη έρευνα που παρακολούθησε πάνω από 200.000 ανθρώπους για αρκετές δεκαετίες δεν διαπίστωσε αύξηση του κινδύνου καρδιακής νόσου σε όσους έτρωγαν γαλακτοκομικά με πλήρη λιπαρά.
Ωστόσο, ο κίνδυνος μειώθηκε όταν οι θερμίδες από τα λιπαρά των γαλακτοκομικών αντικαταστάθηκαν με θερμίδες από φυτικά λιπαρά (πολυακόρεστα) ή δημητριακά ολικής αλέσεως, κατά 24% και 28% αντίστοιχα. Αντίθετα, ο κίνδυνος αυξήθηκε κατά 6% όταν αυτές οι θερμίδες αντικαθίσταντο από άλλους τύπους κορεσμένων λιπαρών, όπως το κόκκινο κρέας.
Τα νέα ευρήματα, επομένως, αμφισβητούν την απλουστευμένη αντίληψη ότι η επιλογή προϊόντων χαμηλών λιπαρών αποτελεί πάντοτε την πιο υγιεινή λύση. Παράλληλα, στρέφουν το ενδιαφέρον όχι μόνο στην ποσότητα του λίπους που υπάρχει στη διατροφή, αλλά και στην ποιότητα των λιπαρών και στη συνολική θρεπτική αξία των τροφίμων που καταναλώνουμε.



