
Για πρώτη φορά εδώ και περίπου 70 χρόνια, στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών συνέβη κάτι που μέχρι τώρα θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητο. Η Επιτροπή του ΟΗΕ για το Καθεστώς των Γυναικών δεν κατάφερε να εγκρίνει το ετήσιο κείμενό της με ομοφωνία. Αντί για συναίνεση, χρειάστηκε ψηφοφορία.
Και αυτό από μόνο του θεωρείται ιστορικό γεγονός - γιατί δείχνει ότι η διεθνής συζήτηση γύρω από τα δικαιώματα των γυναικών έχει πλέον μετατραπεί σε ανοιχτή πολιτική σύγκρουση.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη συνέβη στη 70ή σύνοδο της Επιτροπής, που πραγματοποιήθηκε στα κεντρικά γραφεία του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη. Η Επιτροπή αυτή είναι ένα από τα βασικά όργανα του Οργανισμού για την προώθηση της ισότητας των φύλων και λειτουργεί από το 1946. Κάθε χρόνο εκδίδει ένα κείμενο συμπερασμάτων και προτάσεων προς τα κράτη του κόσμου σχετικά με την προστασία και την ενίσχυση των δικαιωμάτων των γυναικών.
Μέχρι σήμερα, το κείμενο αυτό εγκρινόταν πάντα με συναίνεση. Δηλαδή όλα τα κράτη συμφωνούσαν, ακόμη κι αν είχαν μικρές διαφωνίες σε κάποιες λεπτομέρειες. Φέτος όμως αυτό δεν συνέβη.
Στην τελική ψηφοφορία, 37 χώρες ψήφισαν υπέρ του κειμένου, μία χώρα ψήφισε κατά – οι Ηνωμένες Πολιτείες – ενώ έξι χώρες επέλεξαν να απέχουν. Έτσι το κείμενο εγκρίθηκε τελικά, αλλά όχι με ομοφωνία, κάτι που συνέβη για πρώτη φορά στην ιστορία της επιτροπής.
Το περιεχόμενο του κειμένου αφορά κυρίως την πρόσβαση των γυναικών και των κοριτσιών στη δικαιοσύνη. Περιλαμβάνει προτάσεις για την κατάργηση νόμων που δημιουργούν διακρίσεις, την καλύτερη προστασία από τη βία, αλλά και τη βελτίωση των θεσμών που βοηθούν τις γυναίκες να διεκδικούν τα δικαιώματά τους.
Ένα σημαντικό σημείο του κειμένου είναι ότι για πρώτη φορά γίνεται σαφής αναφορά και στις γυναίκες που βρίσκονται στη φυλακή. Ο ΟΗΕ επισημαίνει ότι πολλές από αυτές τις γυναίκες βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση και χρειάζονται ειδική προστασία, καθώς συχνά έχουν υπάρξει θύματα βίας, φτώχειας ή διακρίσεων πριν καταλήξουν στη φυλακή. Σήμερα εκτιμάται ότι περισσότερες από 740.000 γυναίκες βρίσκονται σε φυλακές σε όλο τον κόσμο.
Η ψηφοφορία έγινε αφού προηγουμένως οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να αλλάξουν το κείμενο. Η αμερικανική πλευρά κατέθεσε οκτώ τροπολογίες με στόχο να τροποποιήσει συγκεκριμένες διατυπώσεις. Οι τροπολογίες αυτές αφορούσαν κυρίως τη γλώσσα που σχετίζεται με το φύλο, την ισότητα και την αναπαραγωγική υγεία.
Ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ δήλωσε ότι η χώρα του διαφωνεί με αυτό που χαρακτήρισε «ασαφή γλώσσα που προωθεί ιδεολογία φύλου». Επιπλέον εξέφρασε ανησυχία για αναφορές που σχετίζονται με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία, αλλά και για ορισμένες διατάξεις που θεωρήθηκε ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περιορισμούς της ελευθερίας έκφρασης.
Οι περισσότερες χώρες όμως δεν δέχτηκαν να αλλάξει το κείμενο. Οι τροπολογίες απορρίφθηκαν και τελικά προχώρησαν στην ψηφοφορία για την έγκριση του αρχικού κειμένου.
Πολλές οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων χαρακτήρισαν τη στιγμή αυτή «σημείο καμπής». Από τη μία πλευρά, επειδή έσπασε μια παράδοση δεκαετιών στον ΟΗΕ. Από την άλλη, επειδή έδειξε ότι υπάρχει πλέον έντονη διεθνής αντιπαράθεση γύρω από ζητήματα όπως το φύλο, τα δικαιώματα των γυναικών και η αναπαραγωγική υγεία.
Παρά τη σύγκρουση, η μεγάλη πλειοψηφία των χωρών υποστήριξε τελικά το κείμενο. Για πολλούς αναλυτές αυτό δείχνει ότι, παρά τις πολιτικές διαφωνίες, η διεθνής στήριξη στα δικαιώματα των γυναικών παραμένει ισχυρή.
Ωστόσο, το γεγονός ότι χρειάστηκε ψηφοφορία και όχι συναίνεση αποκαλύπτει κάτι σημαντικό: η συζήτηση για την ισότητα των φύλων δεν είναι πλέον μια τεχνική διαδικασία μέσα στον ΟΗΕ. Είναι ένα πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, στο οποίο συγκρούονται διαφορετικές ιδεολογίες και πολιτικές αντιλήψεις.
Με απλά λόγια, η φετινή συνεδρίαση της Επιτροπής δεν έγραψε μόνο μια νέα απόφαση. Έγραψε και ένα νέο κεφάλαιο στον τρόπο που ο κόσμος συζητά τα δικαιώματα των γυναικών. Και αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό μήνυμα αυτής της ιστορικής ψηφοφορίας.



