
Σε μια απέραντη ιδιοκτησία στη Γιούτα, μακριά από τις πόλεις και τη φασαρία τους, εκτυλίσσεται μια ιστορία που άλλοι τη βαφτίζουν έμπνευση και άλλοι οπισθοδρόμηση.
Όποιος έχει μεγαλώσει με γουέστερν ταινίες ίσως θα φανταζόταν καουμπόηδες, άλογα και σκονισμένους δρόμους. Αντί γι’ αυτό, στο κέντρο της εικόνας βρίσκεται μια πολύτεκνη οικογένεια – οκτώ παιδιά, μια φάρμα που λειτουργεί σαν επιχείρηση και μια γυναίκα που έχει μετατρέψει την καθημερινότητά της σε περιεχόμενο για εκατομμύρια followers.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η Χάνα Νίλεμαν άφησε πίσω της μια πολλά υποσχόμενη πορεία στον χορό για να ζήσει μια ζωή που θυμίζει άλλη εποχή. Για πολλούς αποτελεί σύμβολο του κινήματος των «trad wives» – ενός ρεύματος που προβάλλει την επιστροφή στους αυστηρά διαχωρισμένους ρόλους: η γυναίκα στο σπίτι, ο άνδρας στον δημόσιο στίβο. Η ίδια, ωστόσο, αποφεύγει τις ταμπέλες.
Δηλώνει πως απλώς ζει όπως επιθυμεί, χωρίς να νιώθει ότι εκπροσωπεί ιδεολογία. Μεγάλωσε σε μορμονική οικογένεια στη Salt Lake City, αλλά από μικρή ονειρευόταν σκηνές και προβολείς. Η Νέα Υόρκη έγινε ο επόμενος σταθμός της, με σπουδές στη Juilliard που χρηματοδοτήθηκαν εν μέρει από υποτροφίες και διαγωνισμούς ομορφιάς.
Η τροπή της ζωής της άλλαξε όταν γνώρισε τον Ντάνιελ, τον άνθρωπο που αργότερα θα γινόταν σύζυγός της και συνοδοιπόρος στη φάρμα. Η γνωριμία τους έχει σχεδόν κινηματογραφική χροιά: ένα αεροπορικό ταξίδι πέντε ωρών, με εκείνον να κάθεται δίπλα της χωρίς εκείνη να το γνωρίζει εκ των προτέρων. Εκείνος το θυμάται σαν το πρώτο τους ραντεβού.
Εκείνη αρχικά τον είχε απορρίψει. Η συνέχεια, ωστόσο, τους βρήκε μαζί να χτίζουν μια κοινή ζωή μακριά από τη μητρόπολη. Σήμερα, η καθημερινότητά της είναι απαιτητική. Φροντίδα παιδιών, δουλειές στη φάρμα, συμμετοχή στη διαχείριση της οικογενειακής επιχείρησης.
Ο σύζυγός της έχει τον τελικό λόγο σε αρκετές αποφάσεις, αν και η ίδια τονίζει πως πρόκειται για κοινή προσπάθεια. Τα παιδιά μεγαλώνουν με περιορισμένη επαφή με οθόνες, παίζοντας με παιχνίδια άλλων δεκαετιών και βλέποντας σειρές όπως «Το μικρό σπίτι στο λιβάδι».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η ζωή εκεί δεν είναι ρομαντική όπως στα προσεκτικά σκηνοθετημένα βίντεο. Η κούραση συχνά τη λυγίζει. Έχει παραδεχτεί ότι υπάρχουν περίοδοι που εξαντλείται τόσο, ώστε να μένει στο κρεβάτι για ημέρες. Παρ’ όλα αυτά, βρίσκει διεξόδους – ακόμη και σε καλλιστεία, όπου συμμετείχε λίγες μέρες μετά τη γέννηση του τελευταίου της παιδιού, πιέζοντας το σώμα της για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του διαγωνισμού. Το φαινόμενο των «trad wives» έχει συνδεθεί από πολλούς με τη συντηρητική στροφή της αμερικανικής Δεξιάς.
Οι επικριτές βλέπουν μια αναβίωση προτύπων που περιορίζουν τις γυναίκες στον ιδιωτικό χώρο. Οι υποστηρικτές μιλούν για ελευθερία επιλογής και επιστροφή σε αξίες που θεωρούν χαμένες.
Κι εδώ βρίσκεται το οξύμωρο: μέσα από έναν ρόλο που προβάλλει την απλότητα και την απομάκρυνση από τη σύγχρονη καριέρα, έχει δημιουργηθεί μια ιδιαίτερα κερδοφόρα δραστηριότητα στα social media. Η εικόνα της «παραδοσιακής» ζωής μετατρέπεται σε brand.
Πού τελειώνει η αυθεντικότητα και πού αρχίζει η σκηνοθεσία; Είναι πολιτική δήλωση ή καθαρά προσωπική διαδρομή; Η ίδια επιμένει ότι δεν αισθάνεται «παραδοσιακή γυναίκα». Κι όμως, η δημόσια εικόνα της την έχει καταστήσει σύμβολο μιας συζήτησης που ξεπερνά κατά πολύ τα σύνορα της φάρμας της.
Μια γυναίκα που για κάποιους είναι πρότυπο και για άλλους «ελεύθερη φυλακισμένη». Ένα αφήγημα που συνεχίζει να διχάζει.



